Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Ο Οργισμένος Ζωγράφος του Πόνου...

Θρύψαλλα. Διαλυμένα κομμάτια. Σκορπισμένα. Συντρίμμια.

Στο σταθερό περπάτημα, το μεταλλικό πόδι διαλύθηκε. Σκορπίστηκε, έσπασε σε χιλιάδες γυάλινα κομματάκια. Γυαλάκια.

Είχε καταφέρει να δεθεί με μέταλλο. Να μετατρέψει κάθε ίνα σε μεταλλική πανοπλία. Κι όμως τώρα, το πόδι διαλύθηκε. Σαν γυάλινο. Όντως γυάλινο. Μα μήπως ήταν κι αυτό μέρος της εξέλιξης; Διάλυση πριν την απόλυτη κορύφωση;

Σκόνη. Γαλάζια. Διάφανη. Στο χρώμα των αναμνήσεων. Των πόνων του.

Πώς ζωντανεύεις τον πόνο σου; Πώς δίνεις ζωή στα όνειρά σου; Στις αναμνήσεις σου; Έκανε να πιάσει ένα πινέλο. Μα άλλαξε γνώμη. Ένα παλιό, κακοξυσμένο, μικρό, στραβοσούλουπο, πασαλλειμένο μολύβι κράτησε στα χέρια του. Ένα μίζερο, στενάχωρο, παρατημένο μολυβίδιο. Πλησίασε τον κατάλευκο τοίχο. Τον ξασπρισμένο, τον γυαλιστερό, τον τελείως άσπρο, τον κρινένιο. Και με τα πασαλλειμένα κάρβουνο χέρια του, το κάρβουνο που πριν χρησιμόποιουσε για να πασαλείψει την άσπρη μπλούζα του, ακούμπησε με δύναμη τον τοίχο. Άρπαξε με βία το μολυβάκι, και άρχισε να ζωγραφίζει με βιάση, με δύναμη, τον τοίχο. Να τον πασαλείβει! Έχοντας ένα σχέδιο στο νου του, διέλυσε, συνέτριψε, έκανε θρύψαλλα το μολύβι κάτω από τα δάχτυλά του, μα χωρίς να δώσει σημασία, συνέχιζε να πατάει, να πιέζει, να πασαλείβει, να βρωμίζει τον κατάλευκο τοίχο με τα βρωμερά του, μαύρα, χέρια. Άρπαξε με ταχύτητα ένα καλοφτιαγμένο κάρβουνο ζωγραφικής που είχε παραδίπλα του, και το πέταξε με θυμό στον τοίχο. Λυσσασμένος, απελευθερωμένος, τρελαμένος, άρπαξε κομμάτια από αυτά που ήταν στο πάτωμα, και άρχισε να τα κολλάει με απόγνωση, με εκνευρισμό, στον τοίχο, βαρώντας τον με δύναμη, σαν να προσπαθούσε να νικήσει ένα τέρας μέσα του! Ένα σχέδιο, μαύρο, σκοτεινό, με άσπρο, γκρίζο φόντο, με έντονα σχήματα, απότομα, κοφτά, με ελάχιστες καμπύλες, δυναμικά, στρωτά. Απόγνωση άρχισε να διαφαίνεται στον τοίχο. Οι κινήσεις του ελαττώθηκαν, κούραση άρχισε να διαπερνά τα άκρα του, και ο θυμός, η ατελείωτη οργή, έμοιαζε να μετατρέπεται σιγά σιγά σε κούραση, σε θλίψη σε πόνο. Με κατεβασμένα τα μάτια, συνέχισε να πασαλείβει τον τοίχο με τα θρύμματα πλέον του καρβούνου. Δάκρυα άρχισαν να αναβλύζουν, και έδωσαν τον δικό τους τόνο, πασαλείβοντας το εβένινο μαύρο...Αγκομαχητά έβγαιναν από το στόμα του, καθώς η κούραση πλέον διαπερνούσε όλο του το κορμί. Κι όλη η ένταση εκτονωνόταν κι άλλο, καθώς η προηγούμενη έκρηξη δεν ήταν αρκετή..Στήριξε τα κατάμαυρα χέρια του στα τούβλα. Σήκωσε το βλέμμα. Σιγά σιγά. Στο μαύρο μπροστά του. Με απλά, μικρά, κουρασμένα, διαλυμένα βήματα, άρχισε να πισωπατεί. Σηκώνοντας σταδιακά το κεφάλι του. Με ένα φοβισμένο βλέμμα. Που σιγά σιγά, γινόταν όλο και πιο έντονο. Όλο και πιο φοβισμένο, με όλο και πιο γουρλωμένα μάτια. Με μάτια πανικόβλητου ανθρώπου. Πίσω πίσω. Και όσο πιο πολύ απομακρυνόταν, τόσο πιο πολύ τον φόβο τον διαδεχόταν τρόμος. Μέχρι που, έφτασε αρκετά μακριά που να χωράει στο οπτικό του πεδίο, όλο του το έργο. Και έπεσε στα γόνατα. Πανικόβλητος. Ουρλιάζοντας. Συνειδητοποιώντας τι είχε ζωγραφίσει. Με τον απόλυτο τρόμο να κυριαρχεί στα μάτια του...

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Ένα πολύ καλό βίντεο.

 Αξίζει να το δείτε...

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Άραγε γίνεται να αλλάξει; Αυτή η νοοτροπία;

Πήγα στην Εκκλησία Κυριακή των Βαΐων, για να κοινωνήσω ρε παιδί μου. Δεν είναι κανένα θρησκευόμενο άτομο, δεν πηγαίνω συχνά στην εκκλησία, παρότι θεωρώ ότι η θρησκεία και οι συμβολισμοί της, ο απώτερός σκοπός της, είναι μακράν ιερά και τα σέβομαι και τα τιμώ από τα βάθη της ψυχής μου. Αλλά δεν έχω πολλές επαφές με την εκκλησία. Παρόλα ταύτα, πήγα. Και μετάνιωσα σφοδρά που πήγα. Ο παπάς να βγάζει ανακοινώσεις για τα προγράμματα και τις εκδρομές της εκκλησίας, την ώρα της λειτουργίας, να κάνει κήρυγμα ανοιχτού, πεντακάθαρου προσυλητισμού, η οργάνωση να είναι απαράδεκτη, τα βάγια ελάχιστα(αλλά όμορφα φτιαγμένα, με πεντακόσια φυλλαράκια το κάθε...σετάκι), να έχουν ύφος ενοχλημένο οι κυρίες που βοηθάνε στην εκκλησία εκεί, να φεύγει εκνευρισμένος ο παπάς, πλας τον αρχιμαδρίτη ο οποίος έσκασε μύτη και έκανε κήρυγμα. Και πέραν από όοοοολα αυτά, που, ναι, τα έκανα πέρα, και είπα, δεν πειράζει, ας είναι, γίνεται κάτι το οποίο πραγματικά με εκνεύρισε, με εξώθησε, αλλά παράλληλα με έβαλε σε σκέψεις. Ο κόσμος, που με έβλεπε έξω, κρατώντας δύο κλωναράκια βαγίων, περιμένοντας τον πατέρα μου να βγεί από την εκκλησία γιατί έψαχνε για αντίδωρο, με κοίταγε με ξινισμένα μούτρα ή μίσος, άλλοι μουρμουρίζοντας στο δεύτερο πρόσωπο δίπλα στο αυτί μου, λέγοντας ότι εγώ έχω ΔΥΟ και εκείνοι ΚΑΝΕΝΑ, ή φωνάζοντας επιδεικτικά ότι αυτοί θέλουν μονάχα ΕΝΑ φυλλαράκι, σε αντίθεση με άλλους που έχουν ΔΥΟ κλωναράκια. Με αποτέλεσμα να εκνευρίζομαι και να μετανιώνω την ίδια στιγμή που είπα να φανώ καλή και να δώσω ένα δυο φυλλαράκια σε όλους αυτούς που δεν προλάβανε να πάρουνε. Εκτίμησα όμως, όλους αυτούς που περάσανε από μπροστά μου, κοιτάξανε τα κλωναράκια, και δεν είπανε κουβέντα, συνεχίσανε απλά και διακριτικά τον δρόμο τους, χωρίς να εκδηλώσουν τις κακές(αν υπήρχαν) σκέψεις τους. Με έβαλε σε σκέψεις το όλο περιστατικό, γιατί σκέφτηκα το που έχουμε οδηγηθεί. Να βάζουμε το κακό στο νου μας, αμέσως, να σκεφτόμαστε εγωϊστικά, να μην κρύβουμε την κακή μας διάθεση, και να συμπεριφερόμαστε ανάγωγα...Να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε οίκο Θεού, να συμπεριφερόμαστε σαν όρνια λυσσασμένα πάνω από φρέσκο, γεμάτο αίμα, πτώμα. Μα το να βλέπω τον εαυτό μου να κάνει κι αυτός έτσι, αυτό με τρομάζει περισσότερο...Δεν θα ξεχάσω αυτήν την εικόνα...Τον αγώνα αδύναμων γερόντιων να πιάσουν, να πάρουν, ένα κλωναράκι ευλογημένο φυτό. Τον αγώνα γηραιών κυριών να υπερνικήσουν τους νεανίες που πάνε να πάρουν το "δικό" τους κλωναράκι. Και μικρά παιδιά, να παρασύρονται σε έναν παροξυσμό διεκδίκησης χωρίς να βρίσκουν λόγο, να τσαλαπατούνται και να συμπιέζονται χωρίς να ξέρουν γιατί, να βλέπω τα χαμογελάκια που πριν μου χάριζαν, να σβήνουν με ένα τρόμο στα μάτια, ή με μια συνήθεια, σαν να μην ξέρουν γιατί, αλλά να τους είναι γνωστό πια, αυτός ο ανούσιος και ανώφελος αγώνας για ευλογία...

Κι όλο αυτό, γιατί ότι γίνεται πλέον στην χώρα μας, μοιάζει, ίσως και να είναι, στραβό, να μην γίνεται σωστά, σαν να κάνουμε τα πάντα να το διαφθείρουμε. Κι όμως, η εκκλησία είναι παράδοση, κι υπάρχουν φορές που θα τους δεις εκεί, ΟΛΟΥΣ, χαμογελαστούς, όπως την ημέρα της Ανάστασης, την ημέρα γιορτής και χαράς, που κανένας δεν τολμάει να χαλάσει την καρδιά του για χάρη κάποιου άλλου...=)


Καλή σας νύχτα.

Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Everyone means something..=)

You can feel it when somebody doesn't need you anymore. You can feel it when someone will not be someone important in your life. But sometimes, the only you want is someone to fully understand you. In moments like these, I wish I had a forest to walk through. It's the only thing that it will always be here. People are coming and leaving. And me either. Hurting people, or making them laugh. You never know what your smile will mean to someone who passes the road...So, be happy always, just to give another reason to all these people to live for...

Imagine a forest, you walking through it, and this music...in your ears...=)

Αυτοκρατορικός Τζιτζικοπεταλωτής

Έπεα Πυρόεντα