Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Ωρίμανση Συναισθήματος.

Σαν ήρωας που έχασε τα μάτια του
σαν ήρωας που έχασε τα όπλα του
σαν ήρωας που τις δυνάμεις του γυρεύει
σ' έναν ψεύτικο, εχθρικό κόσμο.

Σαν πουλί που του έκοψαν τα φτερά
σαν λιοντάρι που έχασε τις δυνάμεις του
σαν άλογο που είδε τα πόδια του να κόβονται
σαν σκύλος που είδε τα δόντια του να χάνονται.

Σαν τον άγγελο που έχασε την ελευθερία του
σαν σαμουράι που στερήθηκε την τιμή του
σαν πνεύμα που δεσμεύτηκε με σώμα
σαν ψυχή που της απαγορεύτηκε να νιώσει.

Μια σκιά περιφέρεται
χωρίς προορισμό κινείται
σα να ψιθυρίζει
σα να αναζητεί.

Σαν πληγωμένου ανθρώπου
μοιάζει η σκιά
μα το ξέρω πως δεν είναι
γιατί αυτόβουλη μοιάζει να κινείται.

Ανοίγω το μυαλό μου
συναντώ τις δυστυχίες όλων
όλων των πλασμάτων γύρω μου
μα της σκιάς αναζητώ.

Κι όταν την εντοπίζω
προσπαθώ να την αγγίξω
και συναντώ αίσθημα έντονο
παντοδύναμο, τρομαχτικό συναίσθημα.

Το νιώθω να με κατακλύζει
η απόγνωση με περιτριγυρίζει
κι ύστερα ξυπνώ μες στον ιδρώτα, ανακουφισμένη.
Έτσι νιώθω τώρα, απελευθερωμένη.

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Ένας περιπατητής σε ένα δάσος... Part 2

Μαθαίνω μετά από καιρό, από μία κουκουβάγια, που βρισκόταν εκείνο το βράδυ σε ένα δέντρο κοντά στο δρόμο του περιπατητή. Τον είδε να σταματάει σε ένα σκοτεινό ξέφωτο, δίπλα σε μια λιμνούλα. Μου είπε πως στάθηκε δίπλα της, γονάτισε και κοίταξε την αντανάκλασή του. Ύστερα χάιδεψε το νερό, μα σηκώθηκε ταραγμένος καθώς άκουσε ένα θόρυβο πίσω του. Μα σαν έψαξε γύρω του, δεν είδε τίποτα. Ώσπου ξεπρόβαλλε δειλά δειλά, από μια όμορφη πασχαλιά δίπλα, ένα μικρό ελάφι. Εκείνος στάθηκε και το κοίταξε με μια γαλήνια έκφραση. Σα να ξέχασε αυτοστιγμή τα προβλήματά του. Του έκανε νόημα να πλησιάσει μα εκείνο δείλιασε. Τότε έσκυψε και ισορρόπησε στα δυο του λυγισμένα πόδια, δίνοντάς του την ευκαιρία να τον πλησιάσει μόνο του. Το έλαφι δίσταζε στην αρχή, μα σιγά σιγά άρχισε να κατευθύνεται προς εκείνον. Το νερό της λίμνης χάριζε μια μαγική δροσιά στο ξέφωτο. Καθώς το ελάφι πλησίαζε τον άνθρωπο, εκείνος έμοιαζε να αλαφραίνει. Το ταλαιπωρημένο του πρόσωπο, άρχιζε να αλλάζει, να αποκτάει μια λάμψη, σαν να ξαλαφραίνει. Κι όταν το ελάφι έφτασε κοντά του, εκείνος άπλωσε το χέρι του και το χάιδεψε ευτυχισμένος, φρέσκος. Πέταξε το πανωφόρι του που τον βάραινε δίπλα στη λίμνη, έβρεξε άλλη μια φορά το πρόσωπό του, και σκαρφάλωσε στην πλάτη του ελαφιού χαϊδευόντάς το. Εκείνο κινήθηκε ήρεμο προς τα δέντρα και χάθηκε στις τελευταίες σκοτεινές στιγμές της νύχτας...

Μια συμβολική ιστορία...

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Ένας περιπατητής σε ένα δάσος... Part 1

Μέσα στο σκοτάδι, ένα βουβό πρόσωπο διασχίζει ένα μονοπάτι. Περπατητής λέει το βάδισμά του. Σκούρα ρούχα. Κουρασμένη κίνηση. Βασανισμένος φωνάζει η κλίση του κεφαλιού του. Καθώς περπατεί στο σκοτεινό μονοπάτι, με το φως του φεγγαριού να αντανακλάται στα λιγοστά μεταλλικά αντικείμενα που έχει πάνω του, συνεχίζει να μπαίνει πιο βαθιά στο δάσος. Όμως δε μοιάζει να ελέγχει εκείνος τα πέλματά του. Σα να τον οδηγούν μόνα τους στο άγνωστο. Πίσω του, έχει πετάξει κάθε τι που μάλλον του θυμίζει τον πραγματικό του κόσμο. Ένα πορτοφόλι άδειο, ένα χαλασμένο ρολόι χεριού, μια φωτογραφία μιας πλούσιας οικογένειας και μια παλιά κορνίζα αφιερωμένη από φίλους. Σα να προσπαθεί καιρό να ξεφύγει. Σα να τον κάνουν δυστυχισμένο όλα όσα είχε. Και η παλιά κορνίζα, σα να 'χει καιρό να πάρει κάτι από τους φίλους του. Σα να μην έχει πια φίλους... Τι περίεργο. Κρατάει μόνο το πανωφόρι του και αφήνει πίσω του το φεγγαρόλουστο μονοπάτι. Σα να έχει αποδεχτεί την μοίρα του, αφήνεται στο περπάτημά του...

Αυτοκρατορικός Τζιτζικοπεταλωτής

Έπεα Πυρόεντα