Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

2 χρόνια και 18 ημέρες / Η ζωή κάτι προσπαθεί να μας πει

2 χρόνια και 17 μέρες. It's been a hell of a time. Δύο χρόνια που με σημάδεψαν. Δύο χρόνια γεμάτα, πολύ γεμάτα. Με πάρα πολλές αλλαγές, εμπειρίες, δοκιμασίες. Το πρώτο σπίτι, που πραγματικά αισθάνθηκα σπίτι. Που θέλησα να το φτιάξω, να το κάνω να μου ταιριάζει, να θέλω να γυρίσω σ'αυτό, να θέλω να φέρω τους ανθρώπους μου σ'αυτό. Το σπίτι που δεν ήθελα ν'αφήσω για πολύ καιρό.

Ήρθε ο καιρός της αλλαγής όμως, ήρθε ο καιρός της καινούριας σελίδας. Μία κάπως απρόβλεπτη μετακόμιση, μετά από αρκετές απρόβλεπτες και ξαφνικές αλλαγές, γεγονότα και συνειδητοποιήσεις τους τελευταίους μήνες. Είναι εύκολο να χαθείς μέσα στην καθημερινότητα, μέσα στη ζωή, μέσα στα συναισθήματά σου ή τα γεγονότα, να βουτήξεις και να μείνεις εκεί. Είναι εύκολο να μείνεις σταθερός σε κάτι που αισθάνεσαι γνώριμο. Να βαλτώσεις εν τέλει. Όχι στη ρουτίνα ειδικά, αλλά σε γνώριμα πράγματα. Είτε σε γνώριμες παραστάσεις, είτε σε γνώριμα συναισθήματα. Να βουτήξεις στο παράπονο, στη γκρίνια, στη βαρεμάρα, στην τυποποίηση. Είναι πολύ εύκολο να βουτήξεις στο «περιμένω». Δύο χρόνια μέχρι να γίνει αυτό. 3 χρόνια μέχρι να γίνει εκείνο. Δύο μέρες μέχρι να γίνει το άλλο. Και καταλήγουμε να περιμένουμε συνέχεια, να περιμένουμε κάτι να ‘ρθει, να περνάει φευγαλέα η ζωή μας περιμένοντας κάτι να έρθει. Είναι πολύ εύκολο να καταλήξεις να περιμένεις κάτι γενικό, όχι συγκεκριμένο, αλλά να βρεθείς σε μία κατάσταση που απλά περιμένεις. Περιμένεις κάτι να συμβεί, το οποίο θα σε βγάλει από όπου είσαι.

Δύο χρόνια σε ένα σπίτι, δύο χρόνια που μόνο στάσιμα δεν ήταν. Κι όμως, υπήρχαν φορές που ο χρόνος χανόταν, που κάτι περίμενα, που κάτι δεν ερχόταν, που άφηνα τη ζωή γύρω μου να κυλήσει χωρίς να ασχολούμαι μαζί της. Απλά υπάρχοντας. Όχι μόνο εγώ, και πολλοί άνθρωποι γύρω μου. Συμβιβαζόμαστε, παλεύουμε τις καταστάσεις γύρω μας, περιμένουμε τα πράγματα να αλλάξουν. Επιβιώνουμε κόντρα σ’αυτά που τρέχουν γύρω μας, επιβιώνουμε κόντρα στις δυσκολίες. Εν τέλει όμως, καταλήγουμε μόνο να επιβιώνουμε, κι όχι να ζούμε πραγματικά. Είναι εύκολο να την πατήσεις έτσι, να μπερδευτείς, η κοινωνία μας είναι έτσι, ο κόσμος είναι έτσι, η ζωή μοιάζει να είναι έτσι.

Αλλά νομίζω ότι στην πραγματικότητα η ζωή δεν είναι έτσι. Η ζωή προσπαθεί να μας διδάξει ότι είναι τεράστια, ότι είναι γεμάτη, ότι εμείς είμαστε μόνο κόκκοι άμμου μπροστά της. Ότι κυλάει παρακάτω ό,τι κι αν γίνει, ό,τι συνεχίζει τον τρελό της δρόμο ό,τι κι αν συμβαίνει. Νομίζω ότι προσπαθεί να μας διδάξει ότι ακριβώς επειδή κυλάει όπως και να είναι τα πράγματα, εμείς πρέπει να μάθουμε να την απολαμβάνουμε όπως και να είναι τα πράγματα. Οι μικρές απολαύσεις, οι μικρές στιγμές, το να ξέρεις ότι τα πράγματα αλλάζουν και να αισθάνεσαι πάντα προετοιμασμένος να περάσεις στο επόμενο στάδιο, στην επόμενη πίστα, αυτά είναι που διδάσκει η ζωή. Διδάσκει πως η ομορφιά υπάρχει παντού, αρκεί να ξέρεις πού να ψάξεις, πως η ηρεμία είναι εκεί, μέσα σου, απλά εμείς είμαστε τυφλοί σ’αυτή. Η ειρήνη, η γαλήνη, η μαγεία, η ομορφιά, είναι πάντα εκεί. Όσο κι αν γυρίζει ο τροχός, όσο κι αν τρέχει, όσο κι οι εικόνες γύρω μας κινούνται με ταχύτητες εκατοντάδων χιλιομέτρων, η ζωή είναι εκεί. Πάντα θα είναι. Εμείς δεν την βλέπουμε. Εμείς επιλέγουμε να δούμε το δέντρο κι όχι το δάσος, εμείς τυφλωνόμαστε από τα γεγονότα, από την καθημερινότητα, από τις δυσκολίες.

Δεν είναι εύκολο να επιβιώνεις κόντρα στις δυσκολίες, και παράλληλα να γεμίζεις με την ομορφιά της ζωής. Δεν είναι εύκολο να συνειδητοποιήσεις ότι κοιτάς το δέντρο κι όχι το δάσος. Δεν είναι εύκολο να πεις ότι αυτά που έχεις μπροστά σου είναι ζόρια, ή σε τσάκισαν, αλλά η ζωή συνεχίζεται. Είναι δύσκολο. Αλλά είναι εφικτό. Είναι το κλειδί του να συνεχίσεις χωρίς να διαλυθεί η πίστη σου στην πορεία, χωρίς η ελπίδα σου να γίνει θρύψαλλα σε κάποιο πεζοδρόμιο, ή σε κάποιο δωμάτιο. Θέλει επιμονή η ζωή, θέλει ψυχραιμία, θέλει υπομονή, θέλει στωικότητα, θέλει πείσμα και αισιοδοξία. Όχι στην καθημερινότητά της, αλλά στην ευρύτερη αντιμετώπισή της. Η ζωή στην καθημερινότητά της θέλει νεύρο, θέλει κίνηση, θέλει ζωντάνια, θέλει να σπρώχνεις τα όρια σου. Όταν όμως τα χρόνια περνάνε, η ζωή χρειάζεται υπομονή, επιμονή, πείσμα. Θέλει να συνεχίζεις να επιμένεις, να ελπίζεις, να προσπαθείς, να χαμογελάς κι ας ξέρεις ότι τα δύσκολα μπορεί να πλησιάζουν από τη γωνία. Μόνο έτσι μπορείς να εκτιμήσεις τη ζωή πραγματικά. Όταν βγεις από τη δική σου, ανθρώπινη οπτική γωνία, και την δεις σε βάθος χρόνου, τότε συνειδητοποιείς πώς λειτουργεί η ζωή, και τι έχει πραγματικά ουσία.
Γιατί η ζωή τρέχει με πολύ διαφορετικές ταχύτητες, είναι πολύ διαφορετική και απρόβλεπτη για τα δικά μας δεδομένα. Η ζωή δεν είναι απλά ένας ανθρώπινος ορισμός, είναι ψυχή από μόνη της, μια τεράστια ψυχή, που εμείς δεν μπορούμε να την αντιληφθούμε ούτε στο ελάχιστο.


-M.Z.


Πρόταση: Rachel Platten - Fight Song


Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Η ζωή είναι στιγμές



Τι είναι η ζωή; Τι είναι αυτό το αίνιγμα που ζούμε όλοι μας και κανείς μας δε μοιάζει να καταλαβαίνει τι είναι τελικά;  Τι είναι αυτό το αίνιγμα που για άλλους είναι υπέροχο, για άλλους μαγικό, για άλλους τρομακτικό, για άλλους μια διαδρομή χωρίς τέλος;

Η ζωή είναι στιγμές. Τίποτα άλλο. Προσπαθούμε να την κάνουμε κάτι αιώνιο, να της δώσουμε διάρκεια, ψάχνουμε το νόημά της απελπισμένα πολύ, συνδυάζουμε το νόημα της δικής μας ύπαρξης με αυτό της ζωής, λες κι ο κόσμος ολόκληρος περίμενε τις δικές μας στιγμές, λες και εκατομμύρια πλάσματα τόσα εκατομμύρια χρόνια έβρισκαν το καθένα το νόημά του. Λες και μόνο εμείς δεν μπορούμε να το βρούμε, κι όλοι οι άλλοι το βρήκαν.

Η ζωή είναι στιγμές. Είναι οι στιγμές που θυμάσαι όταν κοιτάς μια εικόνα, οι στιγμές χαράς, νοσταλγίας που σου ‘ρχονται στο μυαλό όταν φεύγεις από κάπου, οι στιγμές που γυρνάει πίσω η σκέψη σου όταν κάτι πυροδοτήσει ένα πέρασμα του μυαλού απ’το χρονικό της ζωής σου. Είναι οι στιγμές χαράς, λύπης, έρωτα, πόνου που ξυπνούν μέσα σου κάποια ξεχωριστά αρώματα, κάποιες μυρωδιές που περνούν τυχαία από δίπλα σου στο δρόμο, ή είναι ξεχασμένα σε κάποιο μπουκαλάκι σ’ένα σκονισμένο ράφι.
Είναι αυτές οι εικόνες που ζωντανεύουν μέσα σου απ’το άρωμα της άνοιξης, ένα παλιό εγώ πολλών χρόνων πριν, ένα καινούριο εγώ που φαντάζεσαι σε κάποια χρόνια μετά, είναι ο εαυτός που ανακαλύπτουμε ξανά όταν περπατάμε ξυπόλυτοι στην άμμο μια καλοκαιρινή βραδιά, ή που θυμόμαστε χωμένοι μέσα σε ένα μπουφάν σε κάποιο μπαλκόνι με μια καταιγίδα να λυσσομανά πάνω απ’το κεφάλι μας μια άγρια χειμωνιάτικη νύχτα. Είναι εκείνα τα χαμόγελα που σου θυμίζουν κάποια άλλα χαμόγελα, ή εκείνες οι στιγμές, τα νανοδευτερόλεπτα που ξαφνικά αρκούν για να αλλάξουν όλη σου την οπτική γωνία, σαν κάποιο αόρατο χέρι να αποφάσισε να αλλάξει πράγματα μέσα σου. Εκείνες οι στιγμές που καθόρισαν τα πάντα, εκείνες οι αδιάφορες στιγμές που χάραξαν το μυαλό σου, εκείνος ο καφές που ήπιες κάποτε με κάποιους ανθρώπους που για κάποιο ανεξήγητο λόγο έχει ξεμείνει στο μυαλό σου. Οι στιγμές με κάποιους ανθρώπους που όσος καιρός και να περάσει δε ξεθωριάζουν με τίποτα από μέσα σου, εκείνες οι φωνές που γυροφέρνουν το μυαλό σου κάθε τόσο και σε γυρνάνε στη ζωή σου ολόκληρη.

Αυτό είναι η ζωή. Η ζωή είναι στιγμές. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ευτυχία, δυστυχία, πόνος, αγάπη, έρωτας, νοσταλγία, γαλήνη, θυμός, όλα αυτά είναι στιγμές. Είτε στιγμές που επαναλαμβάνονται συχνά, είτε στιγμές που συμβαίνουν μία φορά μόνο. Στιγμές που επιλεκτικά μένουν μέσα σου, επιλεκτικά αναδύονται στο μυαλό σου, στιγμές συνειδητά ή ασυνείδητα σε καθορίζουν, επιλέγεις να θυμάσαι, επιλέγεις να σε διαμορφώνουν.

Το νόημα της ζωής κρύβεται σ’αυτές τις στιγμές. Τις στιγμές που επιλέγεις να ζεις. Επιλέγεις να ζεις πολλές στιγμές σε ένα επάγγελμα που σε γεμίζει, πάνω από κάποιο βιβλίο ή μηχάνημα που σου προσφέρει πολλές στιγμές που γεμίζουν την ψυχή σου, ή επιλέγεις να τρέχεις συνέχεια, γιατί αυτό σου προσφέρει πολλές στιγμές γαλήνης μέσα σου. Στιγμές κόντα στην οικογένειά σου, ή σε κάποιους ανθρώπους, στιγμές που επιλέγεις γιατί τα συναισθήματα που σου γεννούν είναι αυτά που θες μέσα σου. Αυτό είναι το νόημα της ζωής. Μια συλλογή στιγμών, που σου προξενούν συγκεκριμένα συναισθήματα, τα οποία επιλέγεις να συλλέγεις μέσα σου.



-Μ.Ζ.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Κάτι για τους ταξιδιώτες.

Photo from: desktop.freewallpaper4.me
Submitted by the user: shinsuke123
Μουσική υπόκρουση: That's How I Got To Memphis - The Newsroom Cast
Το τραγούδι αυτό είναι στη μνήμη του Charlie Skinner, στο τελευταίο επεισόδιο του Newsroom της HBO. 
Original Song from Tom T. Hall.






Περίεργο πράγμα ο ταξιδιώτης. Περίεργο πράμα να είσαι ταξιδιώτης. Βλέπεις καινούρια πράγματα, αλλάζεις παραστάσεις, γνωρίζεις νέους ανθρώπους, έχεις συνεχώς ερεθίσματα. Ακόμα κι αν πηγαινοέρχεσαι μεταξύ δύο προορισμών συνεχώς και δεν ξεφεύγεις ιδιαίτερα, πάλι είσαι ταξιδιώτης. Ίσως ένα είδος συγκεκριμένο, αλλά δεν παύεις να είσαι ταξιδιώτης.

Πάντα λάτρευα τα ταξίδια. Από μικρή. Θυμάμαι να...οργώνουμε οικογενειακά όλη την Ελλάδα με το αυτοκίνητο. Έμαθα από μικρή να περνάω ώρες σε ένα κινούμενο όχημα και να απολαμβάνω τη διαδρομή μ’όλη μου την ψυχή. Πλέον όταν δεν συμβαίνει για λίγο καιρό αυτό μου λείπει. Έμαθα να ταξιδεύω με αυτοκίνητο, με λεωφορείο, με πλοίο, έμαθα ότι μπορεί να αργήσεις λίγο παραπάνω να φτάσεις στον προορισμό σου, μα αυτό είναι που κάνει τη διαδρομή ν’αξίζει.
  Έχουν κάτι αυτές οι ώρες που βλέπεις το περιβάλλον σου να περνάει με ταχύτητα χιλιομέτρων από μπροστά σου. Οι ώρες που απλά περνάς στο δρόμο, μόνος σου χαμένος στο μυαλό σου, ή με παρέα να μιλάς, να γελάς, να παίζεις, να τσακώνεσαι, να ξαναγελάς. Έχουν κάτι μαγικό. Αυτή η κατάσταση που έχεις φύγει από κάπου και πλησιάζεις κάπου αλλού, μα δεν είσαι κάπου συγκεκριμένα. Τα χιλιόμετρα που καταβροχθίζει η μηχανή και ‘συ που βλέπεις χιλιάδες κόσμους να περνούν φευγαλέα μπροστά από τα μάτια σου, να μην προλαβαίνεις να δεις ούτε μία μικρή εικόνα τους, μα να ξέρεις όμως ότι για κάποια δέκατα του δευτερολέπτου τα είδες και’συ. Κάποιου η γειτονιά, κάποια πόλη που μεγάλωσε δεκάδες, εκατοντάδες νέους σαν κι εσένα, ένα χωριό που κάποτε έσφυζε από ζωή, ένα χωράφι που για κάποιον σημαίνει τον κόσμο όλο. Και λίγο πολύ μ’αυτές τις σκέψεις, του προορισμού, της διαδρομής, όλων αυτών που βλέπεις, κάπου ξεχνάς την κούρασή σου. Την αγνοείς λίγο παραπάνω. Εμένα τουλάχιστον, τα ταξίδια με μαγνητίζουν. Οι διαφορετικοί προορισμοί, οι πιθανότητες, με μαγεύουν.
 
Το γεγονός ότι πέρασα σε πόλη μακριά από το πατρικό μου ήταν κάτι που με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο λατρεύω τα ταξίδια. Να το συνειδητοποιήσω ακόμα καλύτερα. Είμαι μονίμως σε ένα πλοίο πάνω, σε ένα λεωφορείο ΚΤΕΛ, και κάθε τόσο σ’ένα αυτοκίνητο για μια μεγαλούπολη, κάποιο νησί ή κάπου αλλού.
  Χρειάζομαι την αλλαγή στη ζωή μου. Χρειάζομαι να αλλάζω παραστάσεις, να συναναστρέφομαι διαφορετικούς κατά καιρούς ανθρώπους, να αλλάζω συνήθειες, ενδιαφέροντα, χώρο. Χωρίς την αλλαγή, αδρανοποιούμαι, παραξενεύω, σα να σκουριάζω ένα πράγμα. Όσο περισσότερο μένω χωρίς αλλαγές τόσο περισσότερο μουδιάζω, βαριέμαι και μπαίνω σε ρουτίνα(την οποία συνήθως βαριέμαι γρήγορα). Οι αλλαγές αυτές με κάνουν να βγαίνω από την άνεσή μου, να ανανεώνω την οπτική μου γωνία, να χαλαρώνω, να μπαίνω σε άλλα μοτίβα σκέψης, ζωής, συμπεριφοράς, συνηθειών και να ανανεώνω συνέχεια τον εαυτό μου, να τον γνωρίζω μια σταλιά περισσότερο.

  Το να είσαι λοιπόν ταξιδιώτης, έχει πολλά καλά. Είσαι ένας άνθρωπος που συνεχώς γνωρίζεις καινούρια πράγματα, επισκέπτεσαι ξανά πράγματα που άφησες πίσω σου για λίγο καιρό, τα επανεξετάζεις, συναντάς νέους ανθρώπους, διαφορετικές καταστάσεις, βλέπεις νέα μέρη, αλλάζει λίγο η οπτική σου, σα να μεγαλώνει ο κόσμος μέσα σου. Πολλοί άνθρωποι ταξιδεύουν για να ανανεωθούν.

  Ο ταξιδιώτης μαθαίνει τον εαυτό του μια σταλιά καλύτερα κι αυτό γιατί περνάει ώρες μαζί του. Μαθαίνει να περνάει καλά μόνος του, να σκέφτεται, να ηρεμεί, να είναι καλά μόνος του και να το χαίρεται. Να δίνει μια άλλη αξία στις ώρες που βρίσκεται ανάμεσα στους προορισμούς του. Ακριβώς επειδή δεν είναι σταθερός, μαθαίνει να εκτιμάει μια σταλιά διαφορετικά κάποια πράγματα, κάποιους ανθρώπους, κάποιες καταστάσεις, μαθαίνει λίγο πολύ να κουβαλάει την πατρίδα του μέσα του, μαθαίνει να ζει τη στιγμή μ’έναν διαφορετικό τρόπο από ό,τι εμείς οι υπόλοιποι.
  Το να είσαι ταξιδιώτης όμως έχει και κάτι ακόμα. Μαθαίνεις να κουβαλάς τα πάντα μαζί σου, μέσα σου. Που σημαίνει ότι σ’ακολουθούν όπου κι αν πας. Τα τελευταία χρόνια ανακάλυψα πως αν μείνω για πολύ καιρό στο ίδιο μέρος, αν μείνω σταθερή, πολλά πράγματα επανέρχονται, αρχίζουν ξανά και συμβαίνουν, πράγματα που νόμιζα ότι αφήνω πίσω μου κάθε φορά που αλλάζω προορισμό. Αυτό που προσπαθείς να αποφύγεις, θα το βρεις όπου κι αν πας, γιατί το κουβαλάς μέσα σου. Ο ταξιδιώτης δεν ξεφεύγει ποτέ από τον εαυτό του. Είναι η δική του βαλίτσα που παίρνει μαζί του όπου κι αν πάει. Ό,τι διαλέγεις λοιπόν να ‘χεις μέσα στη βαλίτσα σου, θα σε ακολουθεί όπου κι αν είσαι. Νομίζεις ότι το αφήνεις πίσω σου, μα είναι μια παραίσθηση. Το ξεχνάς απλά για λίγο γιατί ενθουσιάζεσαι με την αλλαγή, με την ανανέωση, ξυπνάει το παιδί μέσα σου και τα κάνει όλα στην άκρη, μα σαν κάτσεις λίγο παραπάνω κάπου, ό,τι προσπαθείς να ξεφύγεις, ό,τι κουβαλάς μέσα σου, αναδύεται. Σου κουνάει τη σημαία κάπως πονηρά και σου δείχνει ότι δεν το ξεφορτώθηκες ποτέ.
  Αν ταξιδεύεις λοιπόν, πρέπει να μάθεις πως τους αγγέλους σου και τους δαίμονές σου τους κουβαλάς μαζί σου. Δεν τους ξεφορτώνεσαι ποτέ. Κι αν δεν μάθεις εσύ να τους διαχειρίζεσαι, να τους εκτιμάς ή να τους ξεπεράσεις, θα είναι πάντα εκεί. Δεν θα σ’αφήσουν επειδή άλλαξες τόπο.

 Ο ταξιδιώτης λοιπόν, βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση, μαθαίνει να εκτιμά διαφορετικά τα πράγματα γιατί καταλαβαίνει την αλλαγή, το πόσο εφήμερα και ταυτόχρονα αιώνια είναι όλα, την αξία των πραγμάτων, ταυτόχρονα όμως μαθαίνει πώς όλα βρίσκονται μέσα μας, πώς εξαρτώνται από εμάς, πώς έχουμε έναν ολόκληρο κόσμο μέσα μας κι αυτός δεν φεύγει ποτέ από κοντά μας. Όπως ακριβώς μαθαίνει ένας ταξιδιώτης να εκτιμά την μοναξιά του και να περνάει καλά με τον εαυτό του, έτσι μαθαίνει να αντιμετωπίζει μόνος του τους δαίμονές του, να διαχειρίζεται και να λύνει μόνος του όλα όσα τον βασανίζουν. Γιατί ξέρει πώς και τα όμορφα και τα άσχημα, είναι μέσα στη βαλίτσα  που παίρνει παντού μαζί του, γιατί όλα αυτά είναι κομμάτι της δικής του πατρίδας, της πατρίδας που κουβαλάει μαζί του όπου κι αν πάει.



- M.Z.

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Η γενιά της υπόσχεσης.

Θα σου πω πώς το έζησα εγώ. Πώς το είδα εγώ. Δόξα τω Θεώ, ακόμα και τώρα, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα. Ναι. Θα μπορούσαν.
Αλλά κάτσε να τα πάρω από την αρχή.

  Η γενιά του ’80, του 90’, ίσως και του 2000. Είμαστε η γενιά που γεννήθηκε στις καλύτερες συνθήκες. Η γενιές που θα θριάμβευαν. Οι γενιές που θα γεύονταν τον καινούριο, εκπληκτικό κόσμο που δημιουργόταν σιγά σιγά. Οι γενιές μακριά από τους πολέμους, οι γενιές στην εποχή της τεχνολογίας, της ψηφιακής τεχνολογίας, της ανάπτυξης, της ανεξέλεγκτης δημιουργίας.
Είμαστε οι γενιές που γεννήθηκαν με μία υπόσχεση.
Υπόσχεση για το μέλλον τους, υπόσχεση για τον κόσμο, υπόσχεση για ανάπτυξη, για δημιουργία, για ευτυχία, για δυνατότητες, για άνθηση και θρίαμβο.
Οι γενιές που τα είχαν όλα έτοιμα.
  Κάποιοι από μας ίσως να μην ήταν έτσι. Κάποιοι ίσως να γεννήθηκαν από οικογένειες που είχαν περάσει πολλά, κάποιοι ίσως να μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα καθόλου ιδανικά. Συνήθως όμως ήταν αυτοί που θα τα κατάφερναν. Αυτοί που από όλη την οικογένεια θα τα έβγαζαν πέρα.
  Όλοι μας λίγο πολύ ήμασταν παιδιά που μεγάλωναν με μια υπόσχεση. Ήμασταν τα παιδιά της ελπίδας. Τα παιδιά που τα είχαν έτοιμα και θα τα κατάφερναν όλα. Τα παιδιά δικηγόροι, τα παιδιά μεγαλογιατροί, τα παιδιά του εξωτερικού, τα παιδιά της διασύνδεσης, της πολιτικής, των χρημάτων, τα παιδιά της ανάπτυξης, τα παιδιά της επιτυχίας.
Μπορεί να κάνω και λάθος. Μπορεί να κάνω πολύ μεγάλο λάθος.
Γύρω μου τουλάχιστον έτσι ήταν. Αυτά τα παιδιά ήμασταν. Τα παιδιά που όλος ο κόσμος βρισκόταν στα πόδια μας. Που μέσα από μας, από τη δουλειά μας, από τον κόπο μας, όλος ο κόσμος γύρω μας θα άνθιζε. Εμείς θα κάναμε ό,τι δεν έκαναν όλοι οι άλλοι. Τους καρπούς του νέου κόσμου. Του 21ου αιώνα.
  Στο κατώφλι αυτής της υπόσχεσης, αυτής της ελπίδας, αυτής της πόρτας προς τον κόσμο ολάκερο, όλα πάγωσαν. Πάγωσαν. Άρχισαν να απομακρύνονται. Να αλλάζουν. Να χάνουν το χρώμα τους. Να κρύβονται.
  Για άλλους αυτή η αλλαγή ήρθε καθώς σπούδαζαν. Για άλλους ήρθε μόλις βγήκαν στην αγορά εργασίας. Για άλλους τη στιγμή που έμπαιναν στο πανεπιστήμιο. Για άλλους τη στιγμή που τολμούσαν να κάνουν τα όνειρά τους για την συνέχεια της ζωής τους.

  Ξαφνικά από τη μία μέρα στην άλλη, οι γενιές της υπόσχεσης, οι γενιές της σιγουριάς και της ελπίδας, είδαν τον κόσμο να τους γυρνάει την πλάτη.

  Είδαν τον πατέρα τους, την μητέρα τους ξαφνικά να δουλέυουν πολλές ώρες. Ή να κάθονται άπειρες ώρες στο σπίτι. Είδαν την οικογένειά τους να δουλεύει ασταμάτητα για να στείλει ίσα ίσα στον αδερφό που ήταν μακριά. Είδαν τ’αδέρφια τους, τους φίλους τους, να φεύγουν από την Ελλάδα τρέχοντας και να μην ξαναγυρνούν. Σταμάτησαν τις δραστηριότητες. Άρχισαν να μετρούν τα λεφτά. Να κάνουν οικονομία. Άρχισαν να δουλεύουν. Ενώ δεν ήταν λογικό. Άρχισαν να υπολογίζουν. Τα πάντα.

  Ξαφνικά όλα δυσκόλεψαν. Ξαφνικά όλα άλλαξαν.
Κι όσο κι αν απελπισμένα προσπαθείς να συνδυάσεις τις υποσχέσεις και τα όνειρα με τα οποία μεγάλωσες, με την ανατρεπτική πραγματικότητα που μας χτύπησε την πόρτα τόσο ξαφνικά, δεν μπορείς.
  Είμαστε η γενιά που μεγαλώσε με το όνειρο της ειρήνης. Της ενότητας. Της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Αμερικής, της παγκοσμιοποίησης, της διασύνδεσης, της εκπληκτικής ανάπτυξης, της μαγείας της προόδου. Είμαστε η γενιά που ξαφνικά βρίσκεται μπροστά στην τηλεόρασή της βλέποντας τα μεγάλα κεφάλια της Ε.Ε. να ανακοινώνουν πως ο 3ος παγκόσμιος πόλεμος είναι γεγονός.
  Είμαστε η γενιά που έμεινε στα σπίτια της τελικά και δεν σπούδασε, ή έφυγε να σπουδάσει και ανέτρεψε κάθε στερεότυπο φοιτητικής ζωής. Είμαστε η γενιά που βγήκε για δουλειά και ποτέ δεν βρήκε. Η γενιά που έμεινε με τα συρτάρια της γεμάτα όνειρα, σχέδια και ανεκπλήρωτα κατορθώματα.
  Είμαστε ο φοιτητής που διάβασα πριν από 1-2 μήνες ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας, πάνω σε ένα στρώμα, αγκαλιά με τα τετράδιά του. Είμαστε οι φοιτητές που έφυγαν μόνοι τους σε μια άλλη ήπειρο προσπαθώντας να κυνηγήσουν κάποιο όνειρο ενώ όλος ο κόσμος τους φωνάζει να μην κουνιούνται, ή προσπαθώντας να βρουν μία καλύτερη τύχη, μακριά από κάθε τι που θυμίζει σπίτι. Είμαστε η γενιά που βλέπει τους πρόσφυγες από τη Συρία και τη Μέση Ανατολή να καταφθάνουν στη χώρα μας και ανατριχιάζει γιατί θυμάται σκηνές από ταινίες, από βιβλία, από την Ιστορία που κάποτε τυχαία διάβασε. Κάπου μέσα του τρέμει το φυλλοκάρδι της. Στα μάτια αυτών των ανθρώπων βλέπει ένα κομμάτι ενός πιθανού μελλοντικού της εαυτού. Είμαστε η γενιά που αρνείται πεισματικά να πιστέψει πώς όλοι αυτοί που μας υποσχέθηκαν, που μας έδειξαν, που μας έφτιαξαν και μας χάρισαν αυτόν τον υπέροχο κόσμο, θα μας αφήσει να χαθούμε στα τάρταρα των γεγονότων.

  Είμαστε η γενιά που συνεχίζει πεισματικά να πιστεύει ότι δεν έχουν τελειώσει όλα. Είμαστε η γενιά που έχουμε σιχαθεί τα πάντα, κοχλάζουμε, ξεχειλίζουμε οργή και κάθε τι με μορφή κατεστημένου, συστήματος, κυριαρχίας, ξυπνά μέσα μας τη μεγαλύτερη αγανάκτηση. Είμαστε η γενιά που καίει τα πάντα στο πέρασμά της, είμαστε η γενιά που τρέχει μέσα στους πολιτικούς κύκλους προσπαθώντας να βγάλει άκρη τι πήγε στραβά.

  Πού πήγαν οι υποσχέσεις. Που πήγε η ελπίδα. Πού πήγε αυτός ο υπέροχος κόσμος που μας έταξαν.

  Είμαστε η γενιά που έχει μουδιάσει γιατί δεν ξέρει τι να πιστέψει. Η γενιά που τρέχει από το ένα άκρο στο άλλο, η γενιά που φωνάζει και οργίζεται, η γενιά που δεν αντιδράει, η γενιά που φοβάται, η γενιά που δεν καταλαβαίνει, η γενιά που νομίζει ότι τα ξέρει όλα.

   Η γενιά που τρέχει γύρω γύρω από την ουρά της, γιατί δεν τον ξέρει στην πραγματικότητα τον κόσμο, κι όσα νόμιζε ότι ήξερε, της τα ‘χαν πει αλλιώς.
   Η γενιά που τα είχε όλα και που τα χάνει όλα.

___________________

  Ζούμε σε μια εποχή που ο καθένας μας καλείται να σκεφτεί για το παρόν. Το μέλλον έχει χαθεί. Ακόμα και το «κακό» μέλλον, είναι τόσο αδιόρατο και αδιευκρίνιστο που δεν έχει νόημα να το λιβανίζεις ξανά και ξανά. Πώς θα τα βγάλεις πέρα αυτόν τον μήνα, πώς θα διευθετήσεις τα πράγματά σου αυτή τη βδομάδα, τι αλλαγή μπορείς να κάνεις αυτή τη φορά, πώς θα βγουν οι μήνες που έρχονται. Το μέλλον φτάνει το πολύ μέχρι το τέλος του ίδιου χρόνου.
«Δύσκολος θα’ναι αυτός ο χρόνος ρε παιδιά».

  Είναι γεγονός αυτό. Τολμάμε να σκεφτούμε το κοντινό μέλλον κι αμέσως προσθέτουμε εκφράσεις, λέξεις, κινήσεις που αποδεικνύουν ότι τα λόγια μας είναι τελείως του αέρα κι ότι απλά κάναμε μία σκέψη. Ή αμέσως επικαλούμαστε «καλώς εχόντων των πραγμάτων», ή κάποια Θεία δύναμη να φροντίσει να φτάσουμε μέχρι εκείνο το σημείο που συζητάμε.

  Το μέλλον έχει πάρει μία τραγελαφική μορφή πλέον. Ακόμα και στα πολιτικά δρώμενα έχει τόσο μικρή διάρκεια ζωής. Είναι τόσο κοντινό. Το μέλλον πλέον είναι το κοντινό μέλλον. Δεν υπάρχει μέλλον με βάθος χρόνου. Δεν υφίσταται σαν ιδέα. Υπάρχει σα φευγαλέα σκέψη σε κάποια μυαλά, σε κάποιες φιλοσοφικές συζητήσεις, σε κάποια όνειρα, όσα τολμάνε να ξεμυτίσουν μια σταλίτσα. Ή υπάρχει ως κάτι βαρύ και μακάβριο, ως κάτι ανεκπλήρωτο και ουτοπικό, ως μία αλλαγή που θα συμβεί σε βάθος χρόνου, και ποιος ξέρει, «μπορεί τα παιδιά μας να τα’χουν καλύτερα».

Πες μου λοιπόν. Πες μου πώς η γενιά της υπόσχεσης, η γενιά της ελπίδας, η γενιά του μέλλοντος, μπορεί να υπάρξει σ’αυτήν την εποχή. Πώς η γενιά των μεγάλων ονείρων, της μακράς σταθερότητας και σιγουριάς, μπορεί να προσγειωθεί στο τώρα της, μπορεί να προσγειωθεί στην απαιτητικότατη πραγματικότητα. Την πραγματικότητα των υπολογισμών, των χρημάτων, των λογαριασμών,  της στέρησης, του άγχους.

  Πες μου πώς αυτό το παιδί που μεγάλωσε με τη σκέψη ότι χτίζει πετραδάκι πετραδάκι ένα σπουδαίο μέλλον, πώς το παιδί που έμαθε να τρέχει από ‘δω κι από ‘κει και να δοκιμάζει τα πάντα και να ετοιμάζει τον εαυτό του για κάτι μεγάλο, πώς αυτό το παιδί θα προσγειωθεί στην σκληρή πραγματικότητα. Πώς αυτό το παιδί θα πιάσει μια απλή δουλειά με έναν οριακό στην καλύτερη των περιπτώσεων μισθό, πώς θα χρησιμοποιήσει αυτόν τον μισθό για να ζήσει αυτό κι ίσως κι ένα τμήμα της οικογένειάς του. Πώς θα δώσει τα λεφτά που έβγαλε εν τέλει για να καλύψει τις ανάγκες τις οικογενειακές. Πώς θα πάρει αυτά τα λεφτά και θα πάει να τα δώσει στη ΔΕΗ, όταν διδάχθηκε, έμαθε να πιστεύει ότι αυτά τα λεφτά θα τα κράταγε κατά δικά του για το δικό του λαμπρό μέλλον. Αν τυχόν ποτέ αποφάσιζε να δουλέψει. Ακριβώς για να μαζέψει κατά δικά του λεφτά.

  Πώς η γενιά της υπόσχεσης θα κάνει στην άκρη όλες τις υποσχέσεις, όλα τα όνειρα για το μέλλον που βιδώθηκαν μέσα της από τα πρώιμα στάδια κιόλας της παιδικής της ηλικίας, και θα τρέξει, θα τρέξει αυτόν τον χρόνο, και τον επόμενο χρόνο, ίσα ίσα για να καταφέρει να επιβιώσει;

  Μας έμαθαν να ονειρευόμαστε μεγάλα και τρανά όνειρα. Μας έμαθαν να έχουμε πίστη σε ένα σπουδαίο μέλλον. Μας έμαθαν πώς η κάθε μας κίνηση, η κάθε μας προσπάθεια, η κάθε στάλα ιδρώτα μας θα ήταν ένα ακόμα βήμα πιο κοντά στην ευημερία.
Τώρα καλούμαστε να δώσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε, απλά και μόνο για το τώρα. Μόνο για το τώρα. Μας πήραν το ζωηρό και σπουδαίο μέλλον που τόσο τρανά μας υποσχέθηκαν, και μας έδωσαν ένα τώρα που συνεχίζει να υφίσταται χάρη σε μηχανική υποστηρίξη που κι αυτή υπολειτουργεί.

  Πες μου πώς αυτή η γενιά δεν θα χάσει την ελπίδα της. Πώς αυτή η γενιά δεν θα είναι οργισμένη. Δεν θα είναι παραιτημένη. Δεν θα είναι απρόθυμη. Πες μου πού θα βρει αυτή η γενιά κίνητρο να συνεχίσει να υπάρχει. Πες μου πώς ένα μυαλό που έμαθε ότι θα μπορέσει να πάει ένα βήμα παραπέρα, που άρχισε να σκαλίζεται για να πάει ένα βήμα παραπέρα, πώς θα γυρίσει δέκα βήματα τώρα πίσω. Και πώς αυτό το μυαλό, δεν θα γεμίσει παράπονο για όλα όσα θα μπορούσε να έχει. Όλα όσα νόμιζε ότι θα μπορούσε να ζήσει. Όλα όσα του υποσχέθηκαν ότι θα ζήσει και θα έχει. Όλα όσα, μέσα του, θεωρεί  ότι δικαιούται να ζήσει.




- Μ.Ζ.



Αυτοκρατορικός Τζιτζικοπεταλωτής

Έπεα Πυρόεντα