Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Η γενιά της υπόσχεσης.

Θα σου πω πώς το έζησα εγώ. Πώς το είδα εγώ. Δόξα τω Θεώ, ακόμα και τώρα, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα. Ναι. Θα μπορούσαν.
Αλλά κάτσε να τα πάρω από την αρχή.

  Η γενιά του ’80, του 90’, ίσως και του 2000. Είμαστε η γενιά που γεννήθηκε στις καλύτερες συνθήκες. Η γενιές που θα θριάμβευαν. Οι γενιές που θα γεύονταν τον καινούριο, εκπληκτικό κόσμο που δημιουργόταν σιγά σιγά. Οι γενιές μακριά από τους πολέμους, οι γενιές στην εποχή της τεχνολογίας, της ψηφιακής τεχνολογίας, της ανάπτυξης, της ανεξέλεγκτης δημιουργίας.
Είμαστε οι γενιές που γεννήθηκαν με μία υπόσχεση.
Υπόσχεση για το μέλλον τους, υπόσχεση για τον κόσμο, υπόσχεση για ανάπτυξη, για δημιουργία, για ευτυχία, για δυνατότητες, για άνθηση και θρίαμβο.
Οι γενιές που τα είχαν όλα έτοιμα.
  Κάποιοι από μας ίσως να μην ήταν έτσι. Κάποιοι ίσως να γεννήθηκαν από οικογένειες που είχαν περάσει πολλά, κάποιοι ίσως να μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα καθόλου ιδανικά. Συνήθως όμως ήταν αυτοί που θα τα κατάφερναν. Αυτοί που από όλη την οικογένεια θα τα έβγαζαν πέρα.
  Όλοι μας λίγο πολύ ήμασταν παιδιά που μεγάλωναν με μια υπόσχεση. Ήμασταν τα παιδιά της ελπίδας. Τα παιδιά που τα είχαν έτοιμα και θα τα κατάφερναν όλα. Τα παιδιά δικηγόροι, τα παιδιά μεγαλογιατροί, τα παιδιά του εξωτερικού, τα παιδιά της διασύνδεσης, της πολιτικής, των χρημάτων, τα παιδιά της ανάπτυξης, τα παιδιά της επιτυχίας.
Μπορεί να κάνω και λάθος. Μπορεί να κάνω πολύ μεγάλο λάθος.
Γύρω μου τουλάχιστον έτσι ήταν. Αυτά τα παιδιά ήμασταν. Τα παιδιά που όλος ο κόσμος βρισκόταν στα πόδια μας. Που μέσα από μας, από τη δουλειά μας, από τον κόπο μας, όλος ο κόσμος γύρω μας θα άνθιζε. Εμείς θα κάναμε ό,τι δεν έκαναν όλοι οι άλλοι. Τους καρπούς του νέου κόσμου. Του 21ου αιώνα.
  Στο κατώφλι αυτής της υπόσχεσης, αυτής της ελπίδας, αυτής της πόρτας προς τον κόσμο ολάκερο, όλα πάγωσαν. Πάγωσαν. Άρχισαν να απομακρύνονται. Να αλλάζουν. Να χάνουν το χρώμα τους. Να κρύβονται.
  Για άλλους αυτή η αλλαγή ήρθε καθώς σπούδαζαν. Για άλλους ήρθε μόλις βγήκαν στην αγορά εργασίας. Για άλλους τη στιγμή που έμπαιναν στο πανεπιστήμιο. Για άλλους τη στιγμή που τολμούσαν να κάνουν τα όνειρά τους για την συνέχεια της ζωής τους.

  Ξαφνικά από τη μία μέρα στην άλλη, οι γενιές της υπόσχεσης, οι γενιές της σιγουριάς και της ελπίδας, είδαν τον κόσμο να τους γυρνάει την πλάτη.

  Είδαν τον πατέρα τους, την μητέρα τους ξαφνικά να δουλέυουν πολλές ώρες. Ή να κάθονται άπειρες ώρες στο σπίτι. Είδαν την οικογένειά τους να δουλεύει ασταμάτητα για να στείλει ίσα ίσα στον αδερφό που ήταν μακριά. Είδαν τ’αδέρφια τους, τους φίλους τους, να φεύγουν από την Ελλάδα τρέχοντας και να μην ξαναγυρνούν. Σταμάτησαν τις δραστηριότητες. Άρχισαν να μετρούν τα λεφτά. Να κάνουν οικονομία. Άρχισαν να δουλεύουν. Ενώ δεν ήταν λογικό. Άρχισαν να υπολογίζουν. Τα πάντα.

  Ξαφνικά όλα δυσκόλεψαν. Ξαφνικά όλα άλλαξαν.
Κι όσο κι αν απελπισμένα προσπαθείς να συνδυάσεις τις υποσχέσεις και τα όνειρα με τα οποία μεγάλωσες, με την ανατρεπτική πραγματικότητα που μας χτύπησε την πόρτα τόσο ξαφνικά, δεν μπορείς.
  Είμαστε η γενιά που μεγαλώσε με το όνειρο της ειρήνης. Της ενότητας. Της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Αμερικής, της παγκοσμιοποίησης, της διασύνδεσης, της εκπληκτικής ανάπτυξης, της μαγείας της προόδου. Είμαστε η γενιά που ξαφνικά βρίσκεται μπροστά στην τηλεόρασή της βλέποντας τα μεγάλα κεφάλια της Ε.Ε. να ανακοινώνουν πως ο 3ος παγκόσμιος πόλεμος είναι γεγονός.
  Είμαστε η γενιά που έμεινε στα σπίτια της τελικά και δεν σπούδασε, ή έφυγε να σπουδάσει και ανέτρεψε κάθε στερεότυπο φοιτητικής ζωής. Είμαστε η γενιά που βγήκε για δουλειά και ποτέ δεν βρήκε. Η γενιά που έμεινε με τα συρτάρια της γεμάτα όνειρα, σχέδια και ανεκπλήρωτα κατορθώματα.
  Είμαστε ο φοιτητής που διάβασα πριν από 1-2 μήνες ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας, πάνω σε ένα στρώμα, αγκαλιά με τα τετράδιά του. Είμαστε οι φοιτητές που έφυγαν μόνοι τους σε μια άλλη ήπειρο προσπαθώντας να κυνηγήσουν κάποιο όνειρο ενώ όλος ο κόσμος τους φωνάζει να μην κουνιούνται, ή προσπαθώντας να βρουν μία καλύτερη τύχη, μακριά από κάθε τι που θυμίζει σπίτι. Είμαστε η γενιά που βλέπει τους πρόσφυγες από τη Συρία και τη Μέση Ανατολή να καταφθάνουν στη χώρα μας και ανατριχιάζει γιατί θυμάται σκηνές από ταινίες, από βιβλία, από την Ιστορία που κάποτε τυχαία διάβασε. Κάπου μέσα του τρέμει το φυλλοκάρδι της. Στα μάτια αυτών των ανθρώπων βλέπει ένα κομμάτι ενός πιθανού μελλοντικού της εαυτού. Είμαστε η γενιά που αρνείται πεισματικά να πιστέψει πώς όλοι αυτοί που μας υποσχέθηκαν, που μας έδειξαν, που μας έφτιαξαν και μας χάρισαν αυτόν τον υπέροχο κόσμο, θα μας αφήσει να χαθούμε στα τάρταρα των γεγονότων.

  Είμαστε η γενιά που συνεχίζει πεισματικά να πιστεύει ότι δεν έχουν τελειώσει όλα. Είμαστε η γενιά που έχουμε σιχαθεί τα πάντα, κοχλάζουμε, ξεχειλίζουμε οργή και κάθε τι με μορφή κατεστημένου, συστήματος, κυριαρχίας, ξυπνά μέσα μας τη μεγαλύτερη αγανάκτηση. Είμαστε η γενιά που καίει τα πάντα στο πέρασμά της, είμαστε η γενιά που τρέχει μέσα στους πολιτικούς κύκλους προσπαθώντας να βγάλει άκρη τι πήγε στραβά.

  Πού πήγαν οι υποσχέσεις. Που πήγε η ελπίδα. Πού πήγε αυτός ο υπέροχος κόσμος που μας έταξαν.

  Είμαστε η γενιά που έχει μουδιάσει γιατί δεν ξέρει τι να πιστέψει. Η γενιά που τρέχει από το ένα άκρο στο άλλο, η γενιά που φωνάζει και οργίζεται, η γενιά που δεν αντιδράει, η γενιά που φοβάται, η γενιά που δεν καταλαβαίνει, η γενιά που νομίζει ότι τα ξέρει όλα.

   Η γενιά που τρέχει γύρω γύρω από την ουρά της, γιατί δεν τον ξέρει στην πραγματικότητα τον κόσμο, κι όσα νόμιζε ότι ήξερε, της τα ‘χαν πει αλλιώς.
   Η γενιά που τα είχε όλα και που τα χάνει όλα.

___________________

  Ζούμε σε μια εποχή που ο καθένας μας καλείται να σκεφτεί για το παρόν. Το μέλλον έχει χαθεί. Ακόμα και το «κακό» μέλλον, είναι τόσο αδιόρατο και αδιευκρίνιστο που δεν έχει νόημα να το λιβανίζεις ξανά και ξανά. Πώς θα τα βγάλεις πέρα αυτόν τον μήνα, πώς θα διευθετήσεις τα πράγματά σου αυτή τη βδομάδα, τι αλλαγή μπορείς να κάνεις αυτή τη φορά, πώς θα βγουν οι μήνες που έρχονται. Το μέλλον φτάνει το πολύ μέχρι το τέλος του ίδιου χρόνου.
«Δύσκολος θα’ναι αυτός ο χρόνος ρε παιδιά».

  Είναι γεγονός αυτό. Τολμάμε να σκεφτούμε το κοντινό μέλλον κι αμέσως προσθέτουμε εκφράσεις, λέξεις, κινήσεις που αποδεικνύουν ότι τα λόγια μας είναι τελείως του αέρα κι ότι απλά κάναμε μία σκέψη. Ή αμέσως επικαλούμαστε «καλώς εχόντων των πραγμάτων», ή κάποια Θεία δύναμη να φροντίσει να φτάσουμε μέχρι εκείνο το σημείο που συζητάμε.

  Το μέλλον έχει πάρει μία τραγελαφική μορφή πλέον. Ακόμα και στα πολιτικά δρώμενα έχει τόσο μικρή διάρκεια ζωής. Είναι τόσο κοντινό. Το μέλλον πλέον είναι το κοντινό μέλλον. Δεν υπάρχει μέλλον με βάθος χρόνου. Δεν υφίσταται σαν ιδέα. Υπάρχει σα φευγαλέα σκέψη σε κάποια μυαλά, σε κάποιες φιλοσοφικές συζητήσεις, σε κάποια όνειρα, όσα τολμάνε να ξεμυτίσουν μια σταλίτσα. Ή υπάρχει ως κάτι βαρύ και μακάβριο, ως κάτι ανεκπλήρωτο και ουτοπικό, ως μία αλλαγή που θα συμβεί σε βάθος χρόνου, και ποιος ξέρει, «μπορεί τα παιδιά μας να τα’χουν καλύτερα».

Πες μου λοιπόν. Πες μου πώς η γενιά της υπόσχεσης, η γενιά της ελπίδας, η γενιά του μέλλοντος, μπορεί να υπάρξει σ’αυτήν την εποχή. Πώς η γενιά των μεγάλων ονείρων, της μακράς σταθερότητας και σιγουριάς, μπορεί να προσγειωθεί στο τώρα της, μπορεί να προσγειωθεί στην απαιτητικότατη πραγματικότητα. Την πραγματικότητα των υπολογισμών, των χρημάτων, των λογαριασμών,  της στέρησης, του άγχους.

  Πες μου πώς αυτό το παιδί που μεγάλωσε με τη σκέψη ότι χτίζει πετραδάκι πετραδάκι ένα σπουδαίο μέλλον, πώς το παιδί που έμαθε να τρέχει από ‘δω κι από ‘κει και να δοκιμάζει τα πάντα και να ετοιμάζει τον εαυτό του για κάτι μεγάλο, πώς αυτό το παιδί θα προσγειωθεί στην σκληρή πραγματικότητα. Πώς αυτό το παιδί θα πιάσει μια απλή δουλειά με έναν οριακό στην καλύτερη των περιπτώσεων μισθό, πώς θα χρησιμοποιήσει αυτόν τον μισθό για να ζήσει αυτό κι ίσως κι ένα τμήμα της οικογένειάς του. Πώς θα δώσει τα λεφτά που έβγαλε εν τέλει για να καλύψει τις ανάγκες τις οικογενειακές. Πώς θα πάρει αυτά τα λεφτά και θα πάει να τα δώσει στη ΔΕΗ, όταν διδάχθηκε, έμαθε να πιστεύει ότι αυτά τα λεφτά θα τα κράταγε κατά δικά του για το δικό του λαμπρό μέλλον. Αν τυχόν ποτέ αποφάσιζε να δουλέψει. Ακριβώς για να μαζέψει κατά δικά του λεφτά.

  Πώς η γενιά της υπόσχεσης θα κάνει στην άκρη όλες τις υποσχέσεις, όλα τα όνειρα για το μέλλον που βιδώθηκαν μέσα της από τα πρώιμα στάδια κιόλας της παιδικής της ηλικίας, και θα τρέξει, θα τρέξει αυτόν τον χρόνο, και τον επόμενο χρόνο, ίσα ίσα για να καταφέρει να επιβιώσει;

  Μας έμαθαν να ονειρευόμαστε μεγάλα και τρανά όνειρα. Μας έμαθαν να έχουμε πίστη σε ένα σπουδαίο μέλλον. Μας έμαθαν πώς η κάθε μας κίνηση, η κάθε μας προσπάθεια, η κάθε στάλα ιδρώτα μας θα ήταν ένα ακόμα βήμα πιο κοντά στην ευημερία.
Τώρα καλούμαστε να δώσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε, απλά και μόνο για το τώρα. Μόνο για το τώρα. Μας πήραν το ζωηρό και σπουδαίο μέλλον που τόσο τρανά μας υποσχέθηκαν, και μας έδωσαν ένα τώρα που συνεχίζει να υφίσταται χάρη σε μηχανική υποστηρίξη που κι αυτή υπολειτουργεί.

  Πες μου πώς αυτή η γενιά δεν θα χάσει την ελπίδα της. Πώς αυτή η γενιά δεν θα είναι οργισμένη. Δεν θα είναι παραιτημένη. Δεν θα είναι απρόθυμη. Πες μου πού θα βρει αυτή η γενιά κίνητρο να συνεχίσει να υπάρχει. Πες μου πώς ένα μυαλό που έμαθε ότι θα μπορέσει να πάει ένα βήμα παραπέρα, που άρχισε να σκαλίζεται για να πάει ένα βήμα παραπέρα, πώς θα γυρίσει δέκα βήματα τώρα πίσω. Και πώς αυτό το μυαλό, δεν θα γεμίσει παράπονο για όλα όσα θα μπορούσε να έχει. Όλα όσα νόμιζε ότι θα μπορούσε να ζήσει. Όλα όσα του υποσχέθηκαν ότι θα ζήσει και θα έχει. Όλα όσα, μέσα του, θεωρεί  ότι δικαιούται να ζήσει.




- Μ.Ζ.



Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Να σπάσουμε αυτές τις αλυσίδες γύρω μας!


While listening to: Macklemore & Ryan Lewis - Same Love

Λοιπόν, θα σου πω κάτι. Βαρέθηκα. Βαρέθηκα όλα αυτά τα πρέπει, και τα μη, αυτά τα πρόσεχε, και αυτά τα κάνε. Αυτά τα κρύψε, αυτά τα αγνόησε. Τα βαρέθηκα. Ειλικρινά.

Εμείς οι άνθρωποι είμαστε τόσο δεμένοι, τόσο κλεισμένοι στα πρέπει και στα μη μας. Κώδικες συμπεριφοράς, ανασφάλειες, ψευδαισθήσεις. Βλέπεις τους ανθρώπους τελικά να κλείνονται στον εαυτό τους, να είναι δυστυχισμένοι, και με την πρώτη κρίση, την μεγάλη δυσκολία να τα παρατούν. Αυτοί φταίνε; Η κρίση φταίει; Δεν έχει σημασία. Γιατί ο άνθρωπος που δεν μπορεί να νιώσει ελεύθερος στο ίδιο του το σώμα, στο ίδιο του το μυαλό, ο άνθρωπος που φοβάται τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του, είναι άνθρωπος δεμένος, σκλάβος του φόβου. Και αυτό, μπορεί καθώς περνάνε οι αιώνες να το σπάει η κοινωνία μας, όμως παραμένει.

Πρέπει να κρύβουμε τα συναισθήματά μας, να τα καταπνίγουμε, να κάνουμε υπομονή και να χτίζουμε τις σχέσεις. Πρέπει να προσέχουμε μην περάσουμε γραμμές, πρέπει να μας αρέσουν κάποιοι άνθρωποι, να ζούμε με έναν τρόπο. Να κάνουμε υπομονή να έρθει η ώρα μας, να προσέχουμε, να συγκεντρωνόμαστε, να φροντίζουμε για το μέλλον, για την υπόληψή μας, την εικόνα μας έξω. Κι αν δεν τα κανει κανείς όλα αυτά....Ψάχνει να βρει κάτι που του λείπει, κατακρίνεται, περιθωριοποιείται. Κι αν δεν τα δείχνουν αυτά οι άλλοι, σίγουρα τον αμφισβητούν μέσα τους, και τον κατακρίνουν. Κανείς δεν τον αποδέχεται για αυτό που είναι.

Κι οι άνθρωποι καταλήγουν στριμωγμένοι, αιχμάλωτοι, δυστυχισμένοι. Σε ένα σώμα που δεν ταιριάζει στην κοινωνία, σε ένα σώμα που δεν τους αρέσει, σε έναν χαρακτήρα που αντιπαθούν, σε μια προσωπικότητα που πασχίζουν να αλλάξουν. Κι αν παρέδωσαν τα όπλα και δεν κυνηγούν πια, θλίβονται και βαδίζουν με απάθεια, ευχόμενοι βαθιά μέσα τους να μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα.

Τώρα εγώ θα έπρεπε να προσέξω για ποιον μιλάω και να μην θίξω θέματα ταμπού για την κοινωνία που ζω; Για την Ελλάδα, για την Αθήνα, για την Κηφισιά;

Όχι δεν θα το κάνω. Βαρέθηκα σου λέω. Βαρέθηκα να προσέχουμε τις λέξεις μας, τις σκέψεις μας, τις πράξεις μας. Βαρέθηκα να βλέπω ανθρώπους να γίνονται τύφλα για να κάνουν αυτό που θέλουν, βαρέθηκα να βλέπω κόσμο να προσποιείται και να προσπαθεί να παλέψει αυτό που αισθάνεται.

Κάποιος είναι καταθλιπτικός και δεν γουστάρει να πηγαίνει σε
club. Άλλη δε γουστάρει τη μουσική τους. Άλλος προτιμάει να κάνει πιο βαθιές σχέσεις και δεν του αρέσει η όλη ιδέα. Η επόμενη θέλει να ξεχαστεί από τα προβλήματά της, να κάνει party και να χαλαρώσει. Μια άλλη στεναχωριέται γιατί δεν έχει κάτσει σε μία πόλη να στεριώσει. Ο επόμενος ανακάλυψε ότι είναι gay και τώρα δεν ξέρει προς τα που να στραφεί γιατί νιώθει χαμένος. Ένας άλλος νιώθει εγκλωβισμένος γιατί θα ‘θελε να αγκαλιάσει όλους τους φίλους και να αρχίσει να τους λέει για την κοπέλα του μα δεν το κάνει γιατί γίνεται πρήχτης. Κάποια θέλει να σηκωθεί και να φύγει από την πόλη της γιατί νιώθει εγκλωβισμένη. Νομίζω πως ένας άλλος μου είπε πως δεν ήθελε να βγει από το σπίτι του, μα ήθελε να κάτσει μέσα και να χαζέψει από το παράθυρο το δρόμο, παρακολουθώντας τους περαστικούς.
Κάποιος άλλος μου είπε πως θέλει να πάει να μιλήσει στον τύπο, βλέπω πως του άρεσε, νιώθω πως δεν τον βλέπει σαν φίλο, μα τα πρέπει κι οι κανόνες, ο φόβος του, τον κρατάνε βιδωμένο στην καρέκλα να φλερτάρει με την κοπέλα δίπλα του.  Δύο κοπέλες γελούν δυνατά, πειράζονται, κοιτώνται έντονα. Συνειδητοποιείς ότι έλκονται περισσότερο από φίλες, μα ποια θα κάνει την πρώτη κίνηση, ποια θα σπάσει τον πάγο, ποια θα ξεπεράσει πρώτη τις αναστολές της, τις ανασφάλειές της; Ένα παιδί λατρεύει τα βιβλία, τα κόμιξ, ονειρεύεται μια διαφορετική ζωή, κι έτσι καταλήγει ο σπασίκλας της τάξης. Κι ένα άλλο κάθεται στο πρώτο θρανίο διαβάζοντας συνέχεια γιατί του έμαθαν από το σπίτι του να αγαπάει τα βιβλία. Μα κανείς δεν ενδιαφέρεται για κείνον όπως ενδιαφέρεται εκείνος για τις γνώσεις. Κάποια βιώνει δύσκολες καταστάσεις στο σπίτι, οι γονείς χωρίζουν, τσακωμοί και φωνές, ο αδερφός της να το σκάει, και κείνη στο σχολείο να αντιμετωπίζεται διαφορετικά γιατί ο κόσμος ξέρει. Ένα παιδί έχει άρρωστο γονιό, κι έτσι όλοι συμπεριφέρονται αλλιώς, σα να μην υπάρχει, σα να τη γλυτώνει από όλα, γιατί έχει άρρωστο γονιό, γίνεται αόρατο γι’αυτό. Ένας τον χτυπάει ο πατέρας του στο σπίτι, περνάει δύσκολα, δεν το λέει πουθενά, προσπαθεί να τον λογικέψει, κι όμως συμβαίνει, και το παιδί πέφτει σε κατάθλιψη, χάνεται, τον ξεγράφουν.

Μάθε να είσαι ανοιχτός, να κάνεις αυτό που αισθάνεσαι, να βοηθάς εκεί που θες, να είσαι ειλικρινής, να αγαπάς όταν το θες, να λες αυτό που σκέφτεσαι, να σπας αυτούς τους ηλίθιους κανόνες που μας απαγορεύουν να είμαστε όπως αισθανόμαστε.

Ο άνθρωπος έπαψε να νιώθει όταν περίφραξε την καρδιά του.

Δεν λέω φυσικά να καταλήξουμε αγριάνθρωποι που δε σεβόμαστε τίποτα και είμαστε αγενείς και απότομοι.

Όχι.

Μα πρέπει να ξεχωρίσουμε την ευγένεια από την καταπίεση της σκέψης μας. Πρέπει να ξεχωρίσουμε το σεβασμό στην ιδιωτικότητα του άλλου, με την αποφυγή κοινωνικών επαφών. Πρέπει να είμαστε ελεύθεροι στα αισθήματά μας, να είμαστε ελεύθεροι στο μυαλό μας, να είμαστε ελεύθεροι στις πράξεις μας. Με σεβασμό και εκτίμηση.

Γιατί κι αυτό, σεβασμός κι εκτίμηση είναι. Σεβασμός στον εαυτό μας, εκτίμηση του εγώ μας. Γιατί όλοι μας γεννηθήκαμε και είμαστε εδώ. Όλοι μας. Και κανένας δεν είναι ίδιος με τον άλλο. Ποτέ δεν ήταν. Και ο κάθε άνθρωπος έχει κάτι ξεχωριστό, κάτι μοναδικό να προσφέρει, να δώσει, να μοιράσει. Μα δεν μπορώ εγώ, ο φίλος του, η οικογένειά του, ο άνθρωπος που αγαπάει, κανένας, να το βγάλει έξω με το ζόρι.

Όλοι έχουν κάτι υπέροχο κρυμμένο μέσα τους. Αν δεν το μοιράσουν όμως οι ίδιοι, δε θα δει ποτέ την ανθρωπότητα. Αν οι ίδιοι δε το βοηθήσουν να ανθίσει δεν θα το κάνει ποτέ μόνο του. Ο κάθε άνθρωπος είναι υπέροχος. Μα πρέπει να πάψει να κρύβεται, να αφήνει τις ανασφάλειές του να τον νικούν, και τον φόβο να τον ρίχνει κάτω.

Πάψτε να ασχολείστε με τα στερεότυπα, σταματήστε να φοβάστε αυτό που δεν ξέρετε. Γιατί δεν ξέρετε τίποτα. Όλοι μας κάποιες φορές δεν έχουμε προδοθεί; Από κάτι, από κάποιον που νομίζαμε πως ξέραμε. Σταματήστε να φοβάστε το διαφορετικό, γιατί όλα διαφορετικά είναι. Τίποτα δεν είναι ίδιο, τίποτα δεν είναι όπως κάτι άλλο.

Να κάνουμε αυτό που αισθανόμαστε, να είμαστε ο εαυτός μας, να μην φοβόμαστε τις σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας, γιατί είναι δικά μας. Κατάδικά μας. Δεν μπορεί να τα αγγίξει κανείς άλλος, δεν μπορεί να τα πειράξει. Κι αν εμείς οι ίδιοι δεν αγαπούμε τον εαυτό μας, γιατί να το κάνει κάποιος άλλος;

Να σταματήσουμε να κολλάμε στα πρέπει και στα μη, στα σύρματα που βάλαμε για να κρατάμε μια τάξη, και τελικά περιφράξαμε εμάς τους ίδιους.

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Άντε...

Νικόλας Πάντζαρης - Όμορφη Μέρα


Δε μπορώ άλλο ρε γαμώτο, θέλω να τα κάψω όλα. Όλα τα ρημάδια όλα....Δε περνάει ο πούστης ο μήνας δεν περνάει...

Τον ίδιο τοίχο τόσους μήνες, πάνω από αυτά τα χιλιοδιαβασμένα βιβλία. Βαρέθηκα να διαβάζω, το καταλαβαίνεις; Βα-ρέ-θη-κα.
Κουράστηκα.
Δεν μπορώ να κάτσω στην καρέκλα, δεν μπορώ να μαζέψω το μυαλό μου, δεν μπορώ να εστιάσω. Κι ύστερα, είναι κι αυτό το καταραμένο το άγχος. Που έχει στρογγυλοκαθίσει μες στα μούτρα μου και με χλευάζει χασκογελώντας.

Τη μια στιγμή χιλιάδες ρημάδες σκέψεις, άγχη, φόβοι, ανασφάλειες, και την άλλη κενό. Τίποτα. Ή μια μόνο σκέψη. Να τελειώσει όλο αυτό επιτέλους.

Δε θέλω να τα παρατήσω.

Τίποτα δεν μπορεί να με ηρεμήσει. Βγήκα, περπάτησα, μίλησα, γέλασα, έκλαψα, χτύπησα, διάλυσα, έτρεξα, φώναξα, τίποτα δε μπορεί να ξεκολλήσει τη σκέψη, το συναίσθημα της λύτρωσης που περιμένω τόσο πολύ να νιώσω σαν τελειώσει όλο αυτό.
Σαν τελειώσει αυτό....

Μας οδηγούν στην απέχθεια, στην απομάκρυνση από τη γνώση, μας απομακρύνουν από τα βιβλία. 1 χρόνος τελικά τους φτάνει, τους φτάνει, τους είναι υπεραρκετός τελικά.

Άντε να τελειώσει όλο αυτό. Κουράστηκα.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Τότε, τώρα, μετά!

 Forest Gump Soundtrack

Μπορώ να το δω να έρχεται. Είναι τόσο κοντά! Μα συνάμα τόσο μακριά. 3 μήνες. 3 μήνες ακόμα διαβάσματος και πηξίματος. 3 μήνες ακόμα με τη μουσική ως μόνη διέξοδο και το σχολείο ως χαβαλέ και παρέα. 3 μήνες. Και μετά...Πιο ελεύθερος πεθαίνεις!
Γυρνάω πίσω και θυμάμαι...
6 χρονών. Να κάθομαι και να κοιτάω από το μπαλκόνι. Να κοιτάω τα χεράκια μου και να σκέφτομαι τη μαμά και τον μπαμπά. "Αυτοί είναι μεγάλοι. Έχουν δουλειές. Εγώ τι θα κάνω όταν μεγαλώσω; ". Να με φαντάζομαι στο λύκειο. Να διαβάζω πολύ. Να με φαντάζομαι με καλά ρούχα και χαρτοφύλακα, να πηγαίνω στη δουλειά μου με ένα διακριτικό χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Να με πιάνει ένα χτυποκάρδι και μια ανυπομονησία. Κι ύστερα να σκέφτομαι πως αυτά ποτέ δεν θα συμβούν...Ήταν τόσο μακρινά που δεν πίστευα ότι θα συνέβαιναν ποτέ.
Αργότερα, να βλέπω τα παιδιά που τελείωναν το γυμνάσιο και να εντυπωσιάζομαι. Έβλεπα τα πεταμένα τους βιβλία και ήθελα και 'γω να τα διδαχτώ. Απορούσα...πώς είναι να είσαι μεγάλος; Και δεν πίστευα ότι θα έφτανα ποτέ στο λύκειο.
Κι ύστερα, στην πρώτη λυκείου. Δεν μπορούσα να χωνέψω ότι είχα φτάσει εκεί. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ότι είχα μεγαλώσει ένα ακόμη σκαλοπάτι. Κι άκουγα για τις πανελλήνιες και έλεγα: "Καλά, αυτό αργεί ακόμα!".
Όταν πήγα στη 2α Λυκείου μου φαινόταν παράξενο. Έφτανα σιγά σιγά αυτο που είχα σκεφτεί τότε, 6 χρονών. Μου φαινόταν τόσο παράξενο...Κι έπρεπε να αρχίσω να διαβάζω, να στρωθώ, να διαλέξω τι θα κάνω στη ζωή μου! Με φανταζόμουν αργότερα να έχω δικό μου γραφείο και δουλειά! Ύστερα, άλλαζε η εικόνα και με έβλεπα ζωγράφο! Και ξαναάλλαζε και με έβλεπα σ'όλες τις χώρες του κόσμου! Κι ένιωθα ότι αυτά δεν θα συνέβαιναν ποτέ...Γιατί ήταν τόσο μακρινά!

Όταν λοιπόν ξεκίνησα την 3η Λυκείου, δεν το πίστευα. Δεν μπορούσα να το χωνέψω, να το αποδεχτώ με τίποτα. Ήταν τόσο αναπάντεχο!
Κάθε τόσο σκέφτομαι το 6χρονο πιτσιρίκι που κοίταγε έξω από το μπαλκόνι τα πεύκα. Και νόμιζε ότι όλη της τη ζωή θα 'ναι σα μικρό παιδάκι. Που νόμιζε ότι εκείνη δε θα μεγάλωνε. Δε θα γινόταν σαν όλους αυτούς που την περιτριγύριζαν. Και στεναχωριόταν.
Κι ύστερα σκέφτομαι εμένα, τώρα. Που έφτασα στο σημείο που δεν περίμενα ποτέ ότι θα φτάσω. Που έχω σχεδόν αγγίξει το σύνορο μεταξύ της εφηβικής/παιδικής ηλικιάς με τον αληθινό κόσμο! Και που αδημονώ να συνεχίσω παρακάτω!
Τώρα, στέκομαι στη τζαμαρία, σε άλλο σπίτι, και κοιτάω πάλι τα πεύκα. Και ανυπομονώ να τελειώσω. Να συνεχίσω την ενσάρκωση των ονείρων μου. Να γνωρίσω κι άλλους ανθρώπους, να δεθώ και μ'άλλα άτομα, να πάω και σ'άλλες χώρες, να μείνω εκεί! Να σπουδάσω, να μάθω εκατοντάδες πράγματα! Να πραγματοποιήσω όλα μου τα θέλω, όλα μου τα όνειρα!
Η 6χρονη Μάρω μέσα μου δεν μεγάλωσε ποτέ. Πάντα θα είμαι το παιδάκι που ψάχνει να γνωρίσει και να ζήσει κάτι καινούριο. Βλέποντας όλο και περισσότερα πράγματα, μαθαίνοντας κάθε στιγμή και λίγο παραπάνω τον εαυτό μου, απλά αλλάζουν κάθε τόσο τα θέλω μου και οι επιθυμίες μου.
Πάντα όμως θα έχω κάτι στο μυαλό μου, το οποίο ποτέ δεν θα περιμένω ότι θα πραγματοποιηθεί γιατί θα μοιάζει τόσο μακρινό. Κι όταν αυτό θα γίνεται τελικά πραγματικότητα και θα βάζω καινούριο στόχο, είμαι σίγουρη ότι θα είμαι τόσο χαρούμενη, τόσο ευτυχισμένη και τόσο ανυπόμονη όσο τώρα!
Ίσως και περισσότερο! Ποιος ξέρει; :)

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Changes.

Αυτό το πράγμα…Να κοιτάς γύρω σου, να κοιτάς τους ανθρώπους που κάποτε ήξερες τα πάντα για αυτούς, τους ανθρώπους που σε ήξεραν καλύτερα κι από την τσέπη σου. Και να μην μπορείς να καταλάβεις πώς ταίριαξες μαζί τους. Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους να είναι τόσο δεμένοι; Να βλέπεις πόσο τους έχεις χάσει τώρα. Και να συνεχίζεις να προχωράς, ακάθεκτος, ανεπηρέαστος.

Πώς αλλάζει ο άνθρωπος…Μπορεί κάποιος να χρειαστεί χρόνια για να αποδεχτεί μια κατάσταση…Και ένας άλλος να μην το καταλάβει καν.

Και ξάφνου, βρίσκεσαι σε μια κατάσταση που ξέρεις πως στην ουσία δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις. Απλά περιμένεις να τελειώσει η αντίστροφη μέτρηση. Και δεν σε χωράει ο τόπος. Αδημονείς να πας παρακάτω από την πόρτα που δεν λέει να ανοίξει. Άιντε επιτέλους, έσκασα εδώ μέσα…:)

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Τόσο διαφορετικοί, και συνάμα τόσο ίδιοι.

Πόσο μικροί είμαστε. Πόσο χαζοί. Είναι αστείο αν το σκεφτείς. Νομίζουμε ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου. Ότι όλα λίγο πολύ είναι σαν και 'μας...σαν κι αυτά που ξέρουμε, που έχουμε δει, που γνωρίζουμε. Και πως κατα βάθος, όλα είναι παραλλαγές όσων μας περιτριγυρίζουν. Πόσο χαζοί Θεέ μου! Δεν είναι μόνο η θεωρία...Γιατί στη θεωρία όλοι πιστεύουμε στην διαφορετικότητα των άλλων. Το θέμα είναι να το δεις εσύ, με τα ίδια σου τα μάτια, να το συνειδητοποιήσεις. Όταν το δεις, το καταλάβεις....Δεν το χωράει το μυαλό σου.
Συχνά, μπαίνω σε ένα δωμάτιο και βλέπω ανθρώπους μαζεμένους. Ή στο τραίνο. Και μ'αρέσει να σκέφτομαι τη ζωή τους...Τι μπορεί να τους σημαδεύει, τι μπορεί να σκέφτονται συνέχεια, όπως κάνω εγώ. Τι συναισθήματα τους διέπουν, τι έχουν ζήσει. Την οπτική γωνία που έχουν να βλέπουν τα πράγματα, να αντιλαμβάνονται, να νιώθουν. Τους διαφορετικούς κόσμους. Πόσο διαφορετικοί μπορούν να είναι...
Κι όταν το συνειδητοποίησα, αφού μαγεύτηκα στην αρχή, τρόμαξα..Τι νόημα έχει να ζεις όταν δεν υπάρχει κανείς που να σε καταλαβαίνει, να πλησιάζει τη σκέψη σου; Και επανήλθε στην επιφάνεια αυτό το συναίσθημα ότι δεν με καταλαβαίνει κανένας. Ποιος μπορεί; Αυτό το συναίσθημα που σε κάνει να νιώθεις σα θηρίο μες στο κλουβί, σαν ανήμερο θεριό που κάθε στιγμή που περνάει θυμώνει περισσότερο, νιώθει ότι οδηγείται σε αδιέξοδο και ότι δεν υπάρχει κανείς μα κανείς να το καταλάβει.
Μα....δεν είναι έτσι τα πράγματα. Μπορεί ο κάθε άνθρωπος να είναι ένας διαφορετικός κόσμος από μόνος του, από την άλλη όμως, δεν είναι και τόσο διαφορετικός...Εν τέλει, όλοι είμαστε άνθρωποι. Έχουμε αισθήματα, πληγωνόμαστε, φοβόμαστε, αγαπάμε, χαιρόμαστε, κλαίμε, θυμώνουμε. Καταλαβαίνουμε, παίζουμε θέατρο, κρυβόμαστε, λέμε αλήθεια, γελάμε, βραχυκυκλώνουμε. Οι εμπειρίες του καθενός χτίζουν τον χαρακτήρα μας και δημιουργούν τον άνθρωπο που είναι ο καθένας μας. Τη σημασία έχει τελικά, τι κόσμος είναι ο καθένας μας;
Ακόμα κι αν νιώθουμε ότι ο άλλος δεν μας ταιριάζει, δεν μας καταλαβαίνει, δεν έχει σημασία. Γιατί όπως και 'μεις πληγωνόμαστε, έτσι πληγώνεται κι αυτός. Αξία αποκτούν οι ανθρώπινες σχέσεις όταν υπάρχει κατανόηση και συγκατάβαση. Ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε τον κόσμο του άλλου, ας τον ακούσουμε. Ας του χαμογελάσουμε.
Κι ας του δώσουμε μια ευκαιρία.
Οι ευκαιρίες είναι για να δίνονται.
Γιατί έτσι γεννιούνται οι ανθρώπινες σχέσεις.
Που γίνονται όλο και πιο στενές, και σε βάθος χρόνου, γίνονται
φιλίες.

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Κωστής Μαραβέγιας - Δίψα (Στίχοι)

Δεν είν' η Κίρκη η μάγισσα του σεξ η θεά,
η Καλυψώ, η Ναυσικά με του μπαμπά τα λεφτά.
Δεν είν' η θάλασσα, ο ήλιος, τα χαμένα νησιά.
Δεν είναι τίποτα από όλα κι είναι όλα αυτά!
Είναι η κρυφή σου η ατέλειωτη η δίψα,
είναι η δίψα, που σε κρατάει ζωντανό.
Είναι η κρυφή σου η ατέλειωτη η δίψα,
είναι η δίψα, για καθαρό ουρανό.
Δεν είν' οι φίλοι, ξενύχτια, τσιγάρα, ποτά.
οι μουσικές, οι μουσικές γύρω απ'την ίδια φωτιά.
Παλιά σου όνειρα, ταξίδια με καινούρια πανιά.
Δεν είναι τίποτα απ'όλα κι είναι όλα αυτά!
Είναι η κρυφή σου η ατέλειωτη η δίψα,
είναι η δίψα, που σε κρατάει ζωντανό.
Είναι η κρυφή σου η ατέλειωτη η δίψα,
είναι η δίψα, για καθαρό ουρανό.
Παλιές σου νίκες, και ήττες, και λάθη σωστά.
Η ξενιτιά, η ξενιτιά, του γυρισμού η χαρά.
Κι αυτός ο κάποιος που σου γνέφει απ'το λιμάνι μακριά,
δεν είναι τίποτα απ'όλα κι είναι όλα αυτά!
Είναι η κρυφή σου η ατέλειωτη η δίψα,
είναι η δίψα, που σε κρατάει ζωντανό.
Είναι η κρυφή σου η ατέλειωτη η δίψα,
είναι η δίψα, για καθαρό ουρανό, για ουρανό!

Χρώματα αλλάζει,
και σαν ποτάμι μοιάζει,
σαν το νερό, σαν το νερό!
Που σκύβεις και το πίνεις,
Μα τη φωτιά δε σβήνεις,
δε σβήνεις τον καημό!

Για ουρανό, είναι η κρυφή σου η δίψα για ουρανό!



Μαραβέγιας - Δίψα

Αυτοκρατορικός Τζιτζικοπεταλωτής

Έπεα Πυρόεντα