Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Το κάστρο του Καψογένη

Αυτή η ιστορία συνέβη πριν από πολύ-πολύ καιρό, εκεί που σήμερα ορθώνεται ο πύργος, πάνω στους βράχους μια στενής λωρίδας γης που χώνεται βαθιά στη θάλασσα, ανάμεσα στον κόλπο του Πορ-Μερ και το ακρωτήριο του Γκρουέν. Αυτή η λωρίδα προστατεύει τον κόλπο από τις θύελλες και φράζει τον δρόμο στο τρομερό ρεύμα που δημιουργείται απ'το κανάλι του Βιέιγ-Ριβιέρ, ανάμεσα στο ακρωτήρι του Γκρουέν και το νησί Λαντ που βρίσκεται πολύ κοντά στην ακτή.
Σ'εκείνο το μέρος, βρισκόταν κάποτε μια φτωχική καλύβα. Ήταν το σπίτι ενός μοναχικού ανθρώπου που ζούσε με ό,τι ψάρευε στις γύρω παραλίες, όπου τα νερά ήταν συνήθως ήσυχα. Καμιά φορά, έβγαινε στ'ανοιχτά με μια μικροσκοπική βαρκούλα και τότε η ψαριά του ήταν πιο πλούσια. Κανείς δεν ήξερε το όνομα αυτού του ανθρώπου που έμοιαζε να βρίσκεται εκεί από πάντα. Από πού είχε έρθει; Κανείς δεν το έμαθε ποτέ. Επειδή είχε μια τεράστια άσπρη γενειάδα, τον είχαν ονομάσει Ασπρογένη.
Ο Ασπρογένης ήταν ένα πλάσμα παράξενο, απόκοσμο και λίγο τρομαχτικό. Μερικοί έλεγαν πως ήταν μάγος.
Όταν είχε μπουνάτσα, τύχαινε να τον ακούν να μιλά στη θάλασσα, σα να μιλούσε σε κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο, με μια φωνή ήρεμη και γλυκιά. Τότε, μπορούσαν εύκολα να τον πλησιάσουν, γιατί εκείνες τις στιγμές δεν έβλεπε τίποτα γύρω του. Φαινόταν να τον απορροφά η συζήτησή του με τη θάλασσα. Της μιλούσε σε μια περίεργη γλώσσα. Οι ναυτικοί του Κανκάλ, που 'χαν γυρίσει όλο τον κόσμο με τα καράβια του Σαιν-Μαλό, δεν την είχαν ξανακούσει πουθενά.
Όλοι πίστευαν ότι ο Ασπρογένης είχε κάποια μαγική δύναμη πάνω στη θάλασσα. Γιατί, αν της μιλούσε τρυφερά όταν ήταν ήσυχη, αντίθετα μόλις φουρτούνιαζε, κατέβαινε ως τον τελευταίο βράχο του Γκρουέν, ό,τι ώρα και να 'ταν, μέρα ή νύχτα κι άρχιζε ουρλιάζοντας να την καταριέται. Το θέαμα ήταν φανταστικό. Σε κάθε αστραπή φαινόταν η φιγούρα του γέρου δίπλα στην άγρια θάλασσα, να σηκώνει ψηλά τα χέρια και να πηδά σα να πατούσε πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Το νησί Λαντ, μια μάζα από κοφτερούς βράχους, έστελνε πίσω τον ήχο της φωνής του.
Αυτή η σκηνή ήταν τόσο παράξενη, που όλοι οι άνθρωποι του Κανκάλ μαζεύονταν στο ακρωτήρι του Γκρουέν για να την παρακολουθήσουν. Γι'αυτό και βρέθηκαν τόσοι μάρτυρες στα γεγονότα που συνέβησαν και έγιναν αιτία να πάρει το σημερινό του όνομα ο πύργος και το μέρος που χτίστηκε.
Όλα έγιναν κάποια νύχτα πιο μαύρη κι απ'την κόλαση. Ο αέρας είχε σηκωθεί από τ'απόγευμα και αργότερα ο ουρανός σκεπάστηκε από σύννεφα. Η καταιγίδα πλησίαζε και μόλις έπεσε η νύχτα, ξέσπασε.
Κατά τα μεσάνυχτα κι ενώ τα αφρισμένα κύματα σκέπαζαν τους βράχους, ο Ασπρογένης ξεκίνησε για το ακρωτήρι του Γκρουέν. Μόλις έφτασε στον τελευταίο βράχο, έπεσε σε έκσταση και έμοιαζε πια με ξωτικό που πηδούσε και ούρλιαζε. Το σώμα του φαινόταν να μην του ανήκει.
Πέρασε έτσι μία ώρα, αλλά η θάλασσα δεν έλεγε να ησυχάσει. Ξαφνικά, οι περίεργοι που είχαν μαζευτεί, είδαν στα ανοιχτά τα φώτα ενός καραβιού που πάλευε με τα κύματα. Όλοι ανατρίχιασαν από τον τρόμο τους. Το καράβι ερχόταν κατευθείαν προς το ακρωτήρι του Γκρουέν όπου ήταν βέβαια ότι θα τσακιζόταν. Τα κοφτερά βράχια θα έκαναν κομμάτια το λεπτό σκαρί του και η θάλασσα θα κατάπινε πλήρωμα και φορτίο.
Ο Ασπρογένης το είδε και δυνάμωσε τις φωνές του, σα να εξόρκιζε τη θάλασσα να μην πειράξει το καράβι. Αυτό όμως συνέχιζε να πλησιάζει. Σε λίγα λεπτά, θα καρφωνόταν πάνω στους βράχους του Γκρουέν.
Ξαφνικά, ο Ασπρογένης αρπάζει τη γενειάδα του και βγάζοντας μια τρομερή κραυγή, την ξεριζώνει. Την κάνει ένα κουβάρι και τρίβοντας τα δάχτυλα του δεξιού χεριού του, της βάζει φωτιά. Μια τεράστια φλόγα ξεπήδησε απ'την ξεριζωμένη γενειάδα και φώτισε τη θάλασσα και τη στεριά σα να'χε γίνει ξαφνικά μέρα. Η φλόγα διατηρήθηκε μέχρι που το καράβι πέρασε τον κίνδυνο. Μ' όλον εκείνο το χαλασμό, τα νερά γύρω του είχαν γίνει λάδι και το κανάλι Βιέιγ-Ριβιέρ το πήρε απαλά και το οδήγησε σε σίγουρο καταφύγιο, μέσα στον κόλπο του Πορ-Μερ.
Τότε ο Ασπρογένης πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Όταν έφτασε όμως είδε πως ένας κεραυνός είχε κάνει στάχτη την καλύβα του. Σα να τον είχε εκδικηθεί η καταιγίδα που δεν την άφησε να καταπιεί ακόμα λίγα θύματα.
Οι κάτοικοι του Κανκάλ συγκινήθηκαν και έπιασαν και του έχτισαν έναν πύργο από γρανίτη, στη θέση της καμένης καλύβας. Αυτόν τον πύργο τον ονόμασαν: Το κάστρο του Καψογένη.



Πηγή: Βιβλίο "Ο τυφλοπόντικας" του Φίλιπ Μπαρμπώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αυτοκρατορικός Τζιτζικοπεταλωτής

Έπεα Πυρόεντα